Αθηνάς 12, 105 51 Μοναστηράκι, Αθήνα

Άρθρο της Μαριλένας Κόμη “Ιστορικές όψεις και διαχρονικότητα στη σχέση πολιτικής και ψυχοθεραπείας. Είναι ο Ραϊχ ακόμα επίκαιρος;”

¹Iστορικές όψεις και διαχρονικότητα στη σχέση πολιτικής και ψυχοθεραπείας.

Είναι ο Ραϊχ ακόμα επίκαιρος;

(Ευχαριστίες σε κοινό και οργανωτική επιτροπή του Συμποσίου για την πρόσκληση)

    Όπως δηλώνει και ο τίτλος της ομιλίας μου, θα επιχειρήσω να περιγράψω συνοπτικά τη σχέση πολιτικής και ψυχοθεραπείας στη σκέψη του Βίλχελμ Ραϊχ και να εξετάσω τι από αυτήν την κληρονομιά είναι ακόμα επίκαιρο, στις ιδιαίτερες σημερινές συνθήκες της κοινωνίας που ζούμε.

Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι η ψυχοθεραπεία, ακόμη και αν το διατείνεται ή το επιθυμεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από την πολιτική. Πολιτική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, δηλαδή, με ότι ανάγεται, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στη «φροντίδα των κοινών», στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού.

Άλλωστε, αντικείμενο της ψυχοθεραπείας αποτελεί ο τρόπος που βλέπει και βιώνει ο άνθρωπος τον Εαυτό του, ενώ στόχος της είναι η αλλαγή προς το υγιέστερο αυτής της θέασης και βίωσης. Αυτή η διαδικασία συντελείται πάντα μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και εν μέσω των ιδεολογιών που επικρατούν είτε διατρέχουν την κοινωνία αυτή. Τα θέματα που επεξεργάζεται προς τον σκοπό αυτό η ψυχοθεραπεία (πεποιθήσεις, στάσεις του Χαρακτήρα, οικογενειακές και ομαδικές δυναμικές κλπ.) διαμορφώνονται από ανθρώπινες σχέσεις, που με τη σειρά τους είναι απόλυτα επηρεασμένες και συνεχώς διαμορφούμενες από κοινωνικές αναπαραστάσεις, από κοινωνικές πρακτικές και θεσμούς που έχουν άμεση επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας .

Επίσης, η ψυχοθεραπεία  επηρεάζεται άμεσα από τις απόψεις και πρακτικές που επικρατούν στον ευρύτερο χώρο της ψυχικής υγείας, οι οποίες αποτελούν κι αυτές μέρος κοινωνικά καθορισμένων αντιλήψεων γύρω από το τι είναι φυσιολογικό, τι είναι παθολογικό και ποια πρέπει να είναι η αντιμετώπισή του.

Ποιες πολιτικές και ποιοι θεσμοί διαμορφώνουν την προσωπικότητα και με ποιον τρόπο; Τι ρόλο παίζει η ατομική προσωπικότητα στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης και συμπεριφοράς;

Στα διαχρονικά αυτά ερωτήματα έχουν δοθεί πολλές και διαφορετικές απαντήσεις, όχι μόνο από τις κοινωνικές επιστήμες αλλά και από πολλούς στοχαστές στο χώρο της φιλοσοφίας, της ψυχιατρικής, της ψυχολογίας και της ψυχοθεραπείας. H συμβολή του Φρόυντ στη σύνδεση μεταξύ του θεσμού της οικογένειας και της διαμόρφωσης της προσωπικότητας είναι κομβική. Η ανακάλυψη ότι η προσωπικότητα διαπλάθεται

από την έκβαση των ψυχοσεξουαλικών φάσεων του παιδιού μέσα στην οικογένεια, ήταν πράγματι επαναστατική. Η επόμενη συντηρητικοποίηση του ψυχαναλυτικού χώρου δεν μειώνει σε τίποτα το μέγεθος αυτής της ανακάλυψης, η κοινωνική επίδραση της οποίας ήταν τεράστια. Επίσης, τα έργα του «Τοτέμ και Ταμπού» το 1913 και η «Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ» το 1921, εκφράζουν την προσπάθεια να κατανοήσει τον ψυχολογικό  μηχανισμό δημιουργίας της συλλογικής συνείδησης.

Όσο αφορά στον Ραϊχ, είναι γνωστό ότι στον κεντρικό πυρήνα του έργου του, ακόμη και μετά τη μετανάστευση του στην Αμερική, συνυπάρχουν  η ψυχοπαθολογία με την κοινωνική κριτική, η κλινική με την πολιτική σκέψη. Όπως λέει ο ίδιος στον τρίτο πρόλογο του βιβλίου του «Η μαζική ψυχολογία του φασισμού» (1933) πρόκειται για μια προσπάθεια να αναιρέσει την αντίφαση «που έκανε την ψυχανάλυση να ξεχάσει τον κοινωνικό παράγοντα και τον μαρξισμό τη ζωϊκή προέλευση του ανθρώπου».

Πως μπορούμε σήμερα να αποτιμήσουμε την συμβολή του στην σύνδεση ψυχοθεραπείας και πολιτικής ?

Μακριά από μας οι λατρευτικές ή οι συλλήβδην καταδικαστικές στάσεις προς τον Ράιχ , συχνές παρόλα αυτά -οι πρώτες-  στις παρυφές του ραϊχικού χώρου και -οι δεύτερες- σε μέρος του ευρύτερου ψυχοθεραπευτικού χώρου. Θεωρούμε, επίσης, αντιπαραγωγικές τις προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν τις απόψεις του με μια κυριολεκτική και άρα ανιστορική σκοπιά, παίρνοντας υπερθεματικές ή απορριπτικές στάσεις.

Χρήσιμη είναι, κατά τη γνώμη μου, μόνο μια ανάγνωσή του σε ένα μετα-επίπεδο από όπου μπορούμε να απολαύσουμε ορισμένες αξεπέραστες διαχρονικές και ενορατικές του συλλήψεις. Κάποιες από αυτές είναι:

  • Η διαμόρφωση του ατομικού χαρακτήρα και της ψυχοπαθολογίας ως κοινωνικοπολιτική διαδικασία, βασισμένη στις αρχές της ψυχανάλυσης
  • Η πολιτική δράση ως μέσο για την επίτευξη της ψυχικής υγείας του πληθυσμού σε ευρεία κλίμακα, ιδιαίτερα μέσω της πρόληψης
  • Η ανθρώπινη ευζωία ως μια φυσική κατάσταση που τίθεται πάντα πάνω από οποιαδήποτε ιδεολογία ή πολιτική ένταξη

Εξ’ού και ο Ραϊχ τολμά να αποκηρύξει συστήματα και οργανισμούς που δεν συμβαδίζουν με αυτήν την ιδέα.

  • Τέλος, ο Ραϊχ, μέσα σε αυτήν την αναζήτηση της ευφυΐας που υπάρχει στη φύση και τον άνθρωπο ως μέρος της φύσης, δεν διστάζει (παρά τα συνεπαγόμενα λογικά άλματα) να διατρέξει την απόσταση από το κύτταρο στον οργανισμό, στον άνθρωπο, στον πλανήτη και τελικά στο Σύμπαν, μια οπτική βαθύτατα πολιτική και οικολογική.

Για τον Ραϊχ στην πολυτάραχη περίοδο του μεσοπολέμου, όντας ακόμη μέλος της ψυχαναλυτικής εταιρίας, η πολιτική σημασία της ψυχανάλυσης είναι δεδομένη εφόσον μόνον αυτή μπορεί να προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις στο γιατί είναι τόσο διαδεδομένη η ανθρώπινη δυστυχία, και κατ’ επέκταση να δώσει λύσεις για το ξεπέρασμά της.

Η ψυχανάλυση για τον νεαρό Ραϊχ είναι ένα εκπληκτικό εργαλείο ανάλυσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς που απαντά στο κεντρικό και αιώνιο ερώτημα, του γιατί ο άνθρωπος υποτάσσεται στις κοινωνικές συνθήκες που τον καταστρέφουν, τον σκλαβώνουν, τον εκμεταλλεύονται, τον φτωχοποιούν, φτάνοντας μέχρι του σημείου να τις επιθυμεί και έτσι να τις αναπαράγει εις το διηνεκές.

Γιατί ο άνθρωπος τελικά αποκόπτεται από τη φύση του και από τον εαυτό του και υποτάσσεται σε αυτοκαταστροφικές πρακτικές που υπαγορεύονται από την εκάστοτε εξουσία;

Πρόκειται για μια αναρώτηση που έγινε ευρύτερα γνωστή και από το έργο του ψυχαναλυτή, κοινωνιολόγου και φιλοσόφου Erich Fromm, επίσης μετανάστη στις Η.Π.Α. το 1936, στο «Φόβο μπροστά στην ελευθερία», ο οποίος επιχείρησε να συνδυάσει την ψυχανάλυση με μια ριζική κριτική στην καπιταλιστική κοινωνία.

Το ερώτημα που θέτει ο Ραϊχ τότε, γίνεται επιτακτικό από την επέλαση του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, ακατανόητη για πολλούς ιστορικούς και πολιτικούς της εποχής και ιδιαίτερα από την κομμουνιστική αριστερά, στην οποία ανήκε ο Ραϊχ. Ο επαναστατικός ντετερμινισμός της αριστεράς, η πίστη δηλαδή, στο αναπόφευκτο μιας εξέγερσης διαψεύδεται.

Η φτωχοποίηση μεγάλων στρωμάτων και η οικονομική κρίση της Γερμανίας του μεσοπολέμου αντί να προκαλέσει την επανάσταση των εργατικών στρωμάτων, όπως προέβλεπε μια μονοδιάστατη ερμηνεία του Μαρξ, προκάλεσε αντίθετα την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η ατομική διαταραχή επιδρά στην κοινωνική διαταραχή και η κοινωνική διαταραχή γίνεται ανεκτή γιατί συνηχεί με την ατομική.

Ο Ραϊχ, σε μια ιδιαίτερα ενορατική διατύπωση, στη «Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού» βλέπει στη βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς μια διαμόρφωση που αποκαλεί Χαρακτήρα. Η Χαρακτηροδομή είναι το σύνολο των ιχνών που έχει αφήσει ο χρόνος στον ψυχισμό αλλά όχι οποιοσδήποτε χρόνος: ο εξελικτικός «φροϋδικός» χρόνος των πρώτων χρόνων της ζωής. Για αυτό και θα υποστηρίξουμε εδώ ότι ο Ραϊχ μπορεί να χαρακτηριστεί παράδοξα ως ο πιο φροϋδικός από τους μαθητές του δασκάλου.

Εδώ ουσιαστικά επιτελεί ένα εννοιολογικό άλμα,  από το ατομικό στο συλλογικό:

Από τη μια έχουμε την εκάστοτε ατομική Χαρακτηροδομή με την δική της μοναδική έκφραση. Από την άλλη έχουμε το κοινό χαρακτηριστικό όλων των Χαρακτηροδομών, το ότι δηλαδή αποτελούν μια αμυντική μορφή αναχαίτισης των ζωτικών δυνάμεων του οργανισμού και εν τέλει της ικανότητάς του να κινείται με βάση τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά του και την πραγμάτωσή του μέσα στο περιβάλλον του. Έτσι ο άνθρωπος καταλήγει να φοβάται την ευτυχία και την ελεύθερη κίνηση της ζωής σε κάθε μορφή της.

Η ψυχοπαθολογία του Χαρακτήρα δεν ταυτίζεται  ούτε προδικάζει την πολιτική τοποθέτηση του ατόμου, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ πιο δραστικό: διαμορφώνει σε ευρεία κλίμακα, το προσαρμοσμένο παθητικό άτομο, εύκολη λεία του παραλογισμού της εξουσίας…, μια απώλεια σε τελευταία ανάλυση των ψυχικών δυνάμεων και την προβολή τους σε κάποιον ηγέτη που ακολουθείται τυφλά.

Η έμφαση που έδωσε ο Ραϊχ εκείνη την εποχή, στην πρόληψη της ψυχικής διαταραχής οφείλεται ακριβώς στη μεγάλη βαρύτητα που πίστευε ότι έχει για την ανθρωπότητα η τεράστια εξάπλωση των νευρώσεων του Χαρακτήρα, που οφείλονται κατά την άποψή του, σε κοινωνική και όχι ενδογενή αιτιολογία, πράγμα που τονίζει στα έργα του «Σεξουαλική Επανάσταση» και πολύ αργότερα, το 1940, στα «Παιδιά του Μέλλοντος».    Η δημιουργία της sex-pol,[2]  το 1927 ήταν μια άμεση προσπάθεια να εφαρμόσει τα ευρήματα της ψυχανάλυσης για τη σεξουαλικότητα στο κοινωνικό πεδίο και να απελευθερώσει τους νέους από τα δεσμά της άγνοιας, του φόβου και της ντροπής, στα οποία τους κράταγαν οι κοινωνικοί θεσμοί της οικογένειας, της εκκλησίας, του σχολείου («Ο σεξουαλικός αγώνας των νέων» (1925), «Η λειτουργία του οργασμού» (1927)).

Η μεγάλη  έμφαση του Ραϊχ στη σεξουαλική απελευθέρωση των εφήβων μπορεί να φανεί επιφανειακή ως λύση ή ακόμη και εμμονική. Διαβάζοντας, όμως, πίσω από τις γραμμές διακρίνεται ένα βαθύτερο νόημα:

Η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας είναι για τον Ραϊχ ένα μέσο για να παραμείνει ο άνθρωπος σε επαφή με το ζωτικό παλμό του, με τον υγιή πυρήνα του Εαυτού και με  την ικανότητα αυτορρύθμισης, πράγμα που θα του επιτρέψει στη συνέχεια να δημιουργήσει ευζωικές συνθήκες και νοήματα στην ζωή του και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά ένδειξη της αυθόρμητης λειτουργίας της φυσικής κατάστασης του ανθρώπινου όντος.

Σε αυτό το σημείο έχουμε ήδη την έναρξη μιας de facto λήψης απόστασης του Ραϊχ από τους κεντρικούς πόλους της ζωής του την περίοδο ως το 1935, δηλαδή  την ψυχανάλυση και το μαρξισμό:

  1. Με την ψυχανάλυση, ως προς το θέμα του ενστίκτου του θανάτου, δηλαδή, στο αν η ανθρώπινη καταστροφικότητα είναι πρωτογενής και ενστικτώδης –όπως διατείνεται ο Φρόυντ- ή δευτερογενής, οφειλόμενη στην ακατάλληλη διαχείριση των ενστικτωδών αναγκών της εξελικτικής περιόδου, δηλαδή, σε μιας διαστρέβλωση της φύσης του παιδιού. Από τη στιγμή που ο Ραϊχ δίνει τη δεύτερη απάντηση, η ψυχική δομή είναι αποτέλεσμα κοινωνικής διαμόρφωσης. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η θέση του αυτή υπαγορεύεται από την τότε πολιτική του τοποθέτηση, στη μαρξιστική αριστερά. Ο Ραϊχ δεν εγκαταλείπει ποτέ αυτήν τη θέση, ακόμα και μετά την αποκήρυξη του κομμουνισμού από τον ίδιο.
  2. Ο δεύτερος πόλος από τον οποίο παίρνει απόσταση ο Ραϊχ είναι η τότε επικρατούσα ερμηνεία του μαρξισμού από τα κομμουνιστικά κόμματα της εποχής του, την οποία μετά αποκαλεί «αγοραία». Σύμφωνα με αυτήν, οι μάζες είναι ένα αντικείμενο εκμετάλλευσης που πρέπει να αναμορφωθεί μέσα από τη διάδοση των κομματικών ιδεών (διαφώτιση-αγώνες) και όχι υποκείμενα με συμμετοχή στις συνθήκες εκμετάλλευσής τους.

Ο ψυχικός παράγοντας παρέμενε αρκετά σκοτεινός για τη μαρξιστική αριστερά του μεσοπολέμου. Ο Ραϊχ καταλήγει να αμφισβητεί την ιδέα ότι η ιδεολογία των μαζών καθορίζεται από την κοινωνική τάξη και εισάγει τον παράγοντα του Χαρακτήρα και άρα της επιθυμίας και της σεξουαλικότητας με την ευρεία έννοια. Η πάλη των τάξεων δεν θα φέρει την επανάσταση εφόσον η ίδια η τάξη των καταπιεσμένων συναινεί στην καταπίεσή της. Είχε, επίσης, το θάρρος και την οξυδέρκεια να αμφισβητήσει τη ριζοσπαστικότητα της Σοβιετικής πολιτικής όσον αφορά τη στάση της απέναντι στον άνθρωπο και την απελευθέρωση των δυνατοτήτων του.

Όχι πολλά χρόνια αργότερα, ο ψυχαναλυτής, φιλόσοφος και πολιτικός διανοητής, Κορνήλιος Καστοριάδης θα γράψει πως η κουλτούρα του εφαρμοσμένου μαρξισμού δεν διαφέρει ως προς το θέμα της ανθρώπινης προσωπικότητας από εκείνη του καπιταλισμού. Αυτή η απογοήτευση από ένα εναλλακτικό όραμα φέρνει τον Ράιχ στην αφελή θέση να εξιδανικεύει την αμερικανική κοινωνία, η οποία του καταφέρει και το τελικό πλήγμα, με την καταδίκη και το θάνατό του το 1957.

Πηγαίνοντας στο κεντρικό θέμα της ομιλίας μου, μπορούμε να περιγράψουμε σχηματικά τα κυριότερα πεδία, στα οποία ο Ραϊχ συνέδεσε αρχικά την ψυχανάλυση με την πολιτική και αργότερα τη Χαρακτηροαναλυτική Νευροφυτοθεραπεία , με μια ευρύτερη ανθρωπιστική πολιτική φιλοσοφία:

  • Σύνδεση Χαρακτηροδομής – Κοινωνίας:

Η εξήγηση κοινωνικών φαινομένων, όπως η παθητικότητα του μέσου πολίτη, η συγκινησιακή συρρίκνωση, η υποταγή στον καταπιεστή κλπ. μέσω της κυκλικής αλληλοτροφοδοτούμενης σχέσης κοινωνίας-οικογένειας-Χαρακτήρα-κοινωνίας, βασισμένη στο συνδυασμό της ψυχανάλυσης και του μαρξισμού.

  • Φασιστικό φαινόμενο, αυταρχικά καθεστώτα (όπως π.χ.ο σταλινισμός), η κοινωνική μετάδοση της ατομικής διαταραχής με τη μορφή της επιδημίας (συγκινησιακή πανώλη)
  • Κοινωνική πρόληψη της ψυχικής διαταραχής (νεύρωσης). Η ψυχική διαταραχή μπορεί να προληφθεί μόνο με παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας στα βρέφη, παιδιά, εφήβους και σε αυτούς που τα φροντίζουν και τα εκπαιδεύουν. Αυτά απαιτούν ανάλογες πολιτικές
  • Η έννοια της εργοδημοκρατίας. Ένα ουτοπικό σχήμα, που όπως κάθε ουτοπία μας δείχνει την κατεύθυνση προς ένα καλύτερο κόσμο και περιέχει τα σπέρματα ενός μελλοντικού ρεαλισμού.
  • Οικολογία – βιολογικές έρευνες: Το σώμα και η φύση ως «σώμα». Όπως θα αναφέρουμε και αργότερα, το βλέμμα του Ραϊχ στο θέμα αυτό τον τοποθετεί ανάμεσα στις πιο πολιτικοποιημένες οικολογικές απόψεις.

Μπορούμε να διατυπώσουμε την υπόθεση πως ο τρόπος που η κοινωνία αντιμετωπίζει τη φύση του ανθρώπινου είδους (και τη φύση γενικά) έχει μια βαθύτατα πολιτική διάσταση. Όχι πολύ αργότερα, το 1955 ο Marcuse θα μιλήσει στο βιβλίο του Έρως και πολιτισμός για την μη καταπιεστική κοινωνία «που θα βασίζεται σε μια θεμελιακά διαφορετική εμπειρία του είναι, θεμελιακά διαφορετική σχέση μεταξύ ανθρώπου και φύσης και θεμελιακά διαφορετικές υπαρξιακές σχέσεις..»

Με ποιο τρόπο μπορούμε να αποτιμήσουμε το έργο του Ραϊχ σήμερα, από την άποψη της συμβολής του στην πολιτική και κοινωνική διάσταση της ψυχοθεραπείας; Βρισκόμαστε περίπου 80 χρόνια μετά τη διατύπωση των θέσεων αυτών. Πως μπορούμε να κάνουμε μια εκ νέου ανάγνωσή τους στις κοινωνίες στις οποίες υπάρχει και δρα η ψυχοθεραπεία ως πρακτική, στις λεγόμενες ‘προηγμένες’ κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής;

Η σημερινή συναίνεση των πολιτών της Ευρώπης σε μια πολιτική που τους παίρνει πίσω όλες τις κατακτήσεις της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τόσο κόπο κατακτημένες, μπορεί να χαρακτηριστεί μια κοινωνική ψυχοπαθολογία;

Η εξάπλωση και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του Ισλαμικού Κράτους μπορούν να χαρακτηριστούν μια κοινωνική ψυχοπάθεια (ή συγκινησιακή πανώλη για το Ραϊχ), αντανάκλαση μιας άλλης κοινωνικής ψυχοπάθειας του πολιτισμένου κόσμου;

Πως μπορούν να επιδράσουν πολιτικές στην ψυχική υγεία και τι αντιμετωπίζουν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης;

Στο ιδεολογικό υπόβαθρο της τελευταίας πανδημικής κρίσης δεν βρίσκεται άραγε η εργαλειακή χρήση του οικοσυστήματος που αδιαφορεί για τις επιπτώσεις πάνω στους ζωντανούς οργανισμούς του (μεταξύ των οποίων ξεχνούν ότι είναι και το ανθρώπινο θηλαστικό…) και η αλόγιστη εργαστηριακή  έρευνα με σκοπό τον έλεγχο ενδεχομένως και βιολογικών όπλων?

 

Η Πρόληψη

Θα σχολιάσω σύντομα τα παραπάνω όσον αφορά τη σχέση τους με τη σημερινή συγκυρία, ανανεώνοντας το ερώτημα του αν μας αφορά σήμερα η ραϊχική κληρονομιά, δεδομένου ότι στην σκέψη του Ράιχ η προληπτική παρέμβαση στα παιδιά και άρα σε όλους όσοι διαμορφώνουν τους αυριανούς ενήλικες είναι η μόνη ελπίδα για την μαζική εξέπλωση μιάς ευζωϊκής κουλτούρας για τον άνθρωπο. Ας ανατρέξουμε σε μερικούς βασικούς τρόπους με τους οποίους η κοινωνική πραγματικότητα στον τομέα της υγείας, της παιδαγωγικής και της πρόνοιας, επηρεάζουν τη διαμόρφωση του ατόμου.

Είναι γνωστό ότι η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας που επικράτησε τη δεκαετία του 1970 και 1980 στην Ευρώπη, επέφερε την απώλεια ευνοϊκών και ανθρώπινων συνθηκών στην εργασία και το εισόδημα. Έχουμε την υπερ-εντατικοποίηση της εργασίας, την κατάλυση του οχτάωρου, την ανασφάλεια για την εργασία και την άμεση ή έμμεση μείωση του εισοδήματος.

Τα αποτελέσματα αυτής της μετατόπισης στη ζωή της οικογένειας είναι δραματικά με κύριες επιπτώσεις στην ποιότητα της ανατροφής των παιδιών, δηλαδή, το ψυχολογικό προφίλ των αυριανών ενηλίκων.

Πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι, όπως ο Noam Chomsky και ο Zygmunt Bauman, έχουν μιλήσει για την κοινωνία της αγοράς και τον άνθρωπο της μετανεωτερικής [3]εποχής που βγαίνει από μια οικογένεια πολύ διαφορετική από εκείνη του Φρόυντ ή του Ραϊχ: μια οικογένεια που δεν είναι πια φορέας της καταπίεσης των παρορμήσεων και γονείς που δεν είναι πια φορείς του Υπερεγώ και αντικείμενα ταύτισης για τα παιδιά, λόγω απουσίας και επικράτησης της ιδεολογίας της επιτρεπτικότητας και της αντικατάστασης της ανθρώπινης επαφής με επαφή με αντικείμενα (τηλεόραση, play station, tablet κλπ.)

Η απελευθέρωση από την ψυχαναγκαστική και τιμωρητική οικογένεια που επικαλέστηκε ο Ραϊχ, συντελέστηκε προς μια άλλη –κατά πολλούς χειρότερη- κατεύθυνση , εκείνη της ατελούς απώθησης των παρορμήσεων, την επιτακτικότητα της άμεσης ικανοποίησης, όπου τα πάντα επιτρέπονται αν μπορούν να αγοραστούν ή να πραγματοποιηθούν από το υποκείμενο.

Αντικειμενικοί παράγοντες: Υπερβολικά απαιτητικές κοινωνικές-οικονομικές συνθήκες, στις οποίες ζει η οικογένεια. Επικράτηση της διόγκωσης της λογικής του κέρδους και της υπεραπόδοσης, απαξίωση βασικών αναγκών της ύπαρξης. Επαγγελματική εξουθένωση των γονέων στο ανύπαρκτο πλέον οχτάωρο, έλλειψη ευρύτερης οικογένειας-μαξιλάρι, απουσία ή ανεπάρκεια δομών επιμόρφωσης των γονέων και των φροντιστών.

Υποκειμενικοί παράγοντες: Κοινωνικές ιδεολογίες[4] που υιοθετούνται από την οικογένεια όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας της, π.χ. εκλογίκευση της πολύωρης απουσίας των γονέων, χρήση της τεχνολογίας και της υπερπροσφοράς αγαθών ως υποκατάστατα, επιτρεπτικότητα, απουσία ορίων. Βασικές αρχές της ευζωικής ανατροφής των παιδιών από ψυχοδυναμική άποψη, παραμένουν άγνωστες στη σημερινή σύγχρονη οικογένεια.

 

Εγκυμοσύνη και τοκετός

Ξεκινώντας από τον Ραϊχ, το θέμα της εγκυμοσύνης και του τοκετού απέκτησε σημαντική θέση στο εσωτερικό της σωματικής ψυχοθεραπείας με πιο γνωστή εκπρόσωπο την κόρη του Eva Reich και πολλές άλλες ομάδες που ασχολούνται με την καθοριστική αυτή περίοδο. Είναι μια πολιτική οπτική στον αντίποδα της κυρίαρχης πρακτικής που εξασκείται σήμερα σε όλον τον κόσμο με μικρές νησίδες εκτός του κανόνα.

Με κυρίαρχη πρακτική την ιατρικοποίηση του τοκετού, προωθούνται οικονομικά συμφέροντα νοσοκομείων, γιατρών και φαρμακευτικών εταιριών. Η γυναίκα δεν γεννά αλλά την ξεγεννούν μέσα σε ένα περιβάλλον αλλοτρίωσής της από το γεγονός της γέννησης. Μερικά μεγέθη είναι απλώς ενδεικτικά της βιομηχανίας που ανθεί γύρω από την καθοριστική στιγμή της ύπαρξης Ενώ ο ΠΟΥ καθορίζει ότι το ποσοστό των καισαρικών τομών δεν μπορεί να ξεπερνά το 15% των τοκετών, τα ποσοστά ξεκινούν πάλι με 6,6% για την Φινλανδία και τη Νορβηγία, ανεβαίνουν στο 17% στη Σουηδία, πάνε στο 25% για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία και φτάνουν το 50-60% στην Ελλάδα (Research of City University of London, 2009), ενώ σε άλλες χώρες όπου υπάρχουν οι κατάλληλες πολιτικές από το Κράτος τα ποσοστά πέφτουν στο 6,6%  για Νορβηγία και Φινλανδία.

Η επισκληρίδιος (epidural anesthesia) ανέρχεται στο 25% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 40-70% στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και Ευρωπαϊκά Κράτη. Πολιτικά και κοινωνικά κινήματα αναπτύσσονται παντού αυτήν τη στιγμή υπέρ του φυσικού τοκετού, χωρίς όμως να απειλούν τις κυρίαρχες πρακτικές που προσφέρονται ως απόλυτα φυσικές από τα ΜΜΕ και τις ίδιες τις γυναίκες. Αυτά όλα επιδρούν αρνητικά στην ποιότητα της πρώίμης πρόσδεσης βρέφους-μητέρας που αποτελεί την αναντικατάστατη βάση για την ψυχική υγεία του αυριανού ενήλικα.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής

Πολλοί θεωρητικοί, στο εσωτερικό και εξωτερικό της Σωματικής Ψυχοθεραπείας, τοποθετούν την αιτιοπαθογένεση ψυχωτικών και οριακών δομών στην εμβρυϊκή και πρώιμη νεογνική περίοδο. Απότομος ,πρόωρος ή τραυματικός απογαλακτισμός (από το στήθος ή το μπιμπερόν) και ανεπαρκής επαφή με την τροφό στον πρώτο 1-1,5 χρόνο ζωής , στην ψυχοδυναμική προσέγγιση σχετίζεται με καταθλιπτικό υπόβαθρο και μία ευρεία ψυχοπαθολογική συμπτωματολογία

Πολιτικές: Ανεπαρκής υποστήριξη μητρότητας οικονομικά αλλά κυρίως χρονικά. Ως προς την άδεια μητρότητας ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά κράτη οι διαφορές είναι τεράστιες, ως προς την επίδρασή τους στο βρέφος, κυρίως μεταξύ Βορρά και Νότου. Με πρώτη τη Σουηδία με 68 βδομάδες, δηλαδή 17 μήνες, μετά τη Δανία, τη Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο με 52 βδομάδες, δηλαδή 13 μήνες, χρόνος επαρκής για το θηλασμό και τον αρκετά ομαλό απογαλακτισμό. Περνάμε στη Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ηνωμένες Πολιτείες με 17 εβδομάδες περίπου, όπου οι μισοί δίνονται υποχρεωτικά πριν, ενώ στην Κίνα μόνο 12 βδομάδες. Σημαίνει ότι σε 2-3 μήνες μετά τον τοκετό η γυναίκα πρέπει να αποθηλάσει και να περάσει σε θρέψη με μπιμπερό (πηγή UN data).

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πρώιμη τοποθέτηση του παιδιού σε βρεφονηπιακό σταθμό όπου για κάποιες ώρες οι συνθήκες στρες είναι συχνά αφόρητες. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν η πρόωρη διακοπή του θηλασμού και μια εξουθενωμένη μητέρα χωρίς την απαραίτητη –για αυτήν την περίοδο- βοήθεια, π.χ. βοηθοί μητρότητας που παρέχονται μόνο σε πολύ μικρό αριθμό κρατών της Ε.Ε..

Πολλές σχολές της Σωματικής Ψυχοθεραπείας ανά τον κόσμο έχουν δημιουργήσει δομές για την κατάλληλη ανάπτυξη των νεογνών όπως εναλλακτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς, προγράμματα για τη λοχεία κλπ., παραμένοντας πάντα βέβαια πάντα μια πολυτέλεια για τους λίγους, όχι μόνο λόγω κόστους αλλά λόγω του ότι παραμένουν στο περιθώριο μιας κοινωνικής πραγματικότητας, διαποτισμένης από την ιδεολογία της εμπορευματοποίησης της κάθε ανθρώπινης ανάγκης.

Στην ψυχοθεραπευτική πρακτική γνωρίζουμε πόσο απαραίτητη μπορεί να είναι η εργασία ανάπτυξης αυτογνωσίας από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς για την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού, μετά την είσοδό του στο νήπιο και το σχολείο

Πρόκειται για μία ιδέα που ο Ράιχ είχε υπογραμμίσει με μεγάλη έμφαση. Στα Παιδιά του μέλλοντος γράφει: «ο γονέας, ο δάσκαλος, ο παιδίατρος φέρουν το βάρος του είδους τις λανθασμένες εκπαίδευσης που υπάρχει στον αιώνα μας, που μας κληρονόμησε μία πλήρη άγνοια της παιδικής ηλικίας… Oι δομικές διαταραχές του χαρακτήρα των γονιών ,των γιατρών και των παιδαγωγών μεταδίδονται αυτόματα στην επόμενη γενιά κατά συνέπεια και οi λανθασμένες απόψεις της κοινής γνώμης γύρω από παιδαγωγικά ζητήματα, μαζί με μία διαστρέβλωση των ικανοτήτων που από τη φύση έχουν δοθεί στο νεογέννητο, η οποία αναπαράγεται  επ’ άπειρον…»

Η φάση από τα 2 έτη έως τη λανθάνουσα περίοδο (6 έτη περίπου), ζωτική για την επαρκή ανάπτυξη του Εγώ ή μιας κατάλληλης και ευέλικτης μυϊκής θωράκισης –για να το πω ραϊχικά- συχνά προσκρούει σήμερα σε μια απουσία. Απουσία των θερμών και σταθερών ορίων και της επαφής, που σήμερα, όπως είπαμε, έχει επικρατήσει ως την κυρίαρχη μορφή διαπαιδαγώγησης.

Το σχολείο και ο εκπαιδευτικός θα μπορούσε να αναπληρώσει, και πολύ συχνά αναπληρώνει, τις ελλείψεις αυτές ή τουλάχιστον τις υποδεικνύει προς διόρθωση. Πολιτικές αποφάσεις που θα έκαναν υποχρεωτική και καθολική τη βιωματική επιμόρφωση γονέων και εκπαιδευτικών για την επαφή τους με τα παιδιά θα επιδρούσαν καθοριστικά στην ψυχική υγεία του πληθυσμού. Σε τι ποσοστό όμως πραγματοποιείται αυτή στις προηγμένες Ευρωπαϊκές χώρες;

 

Ψυχιατρική και πρόνοια στην ψυχική υγεία

Λόγω σημαντικής απουσίας χώρου και χρόνου δεν θα μπορέσουμε εδώ να αναφερθούμε στην επίδραση που έχει ασκήσει και ασκεί ακόμα η ψυχοθεραπεία στην ψυχιατρική και στην πολιτική διάσταση των ψυχιατρικών μεταρρυθμίσεων. Εμβληματική πράξη σύνδεσης πολιτικής και ψυχοθεραπείας είναι ο νόμος Basaglia για την αποϊδρυματοποίηση των ψυχικά πασχόντων που πέρασε το 1979 στην Ιταλία και που παρά τις όποιες κριτικές ή ανεπάρκειες, είχε μακροπρόθεσμες επιδράσεις σε πρακτικό και φιλοσοφικό επίπεδο σε όλον τον κόσμο, στο πλαίσιο του κινήματος της δημοκρατικής ψυχιατρικής.

Ο νόμος αυτός έγινε εφικτός γιατί στο κοινωνικό περιβάλλον της Ιταλίας του ’60 και του ’70 υπήρχε ένα έντονο μεταρρυθμιστικό κίνημα που αφορούσε τα εργασιακά δικαιώματα, τα δικαιώματα των γυναικών, την έκτρωση, το διαζύγιο, τη μεταρρύθμιση στην Παιδεία και άλλα..

 

Οικολογία

Τελειώνοντας, θα αναφερθώ στο θέμα της οικολογικής οπτικής του Ραϊχ, την οποία θεωρώ βαθύτατα πολιτική, απροσδόκητα κοντά στις σύγχρονες οικολογικές ιδέες, δεδομένου ότι αναπτύχθηκε από το 1940 και μετά στις Η.Π.Α. Όπως επεσήμανε ο Καστοριάδης σε ένα άρθρο του το 1992 «η οικολογία είναι πολιτικό και όχι επιστημονικό θέμα».

Και σε αυτό το σημείο μια κυριολεκτική ανάγνωση των εργασιών του Ραϊχ θα ήταν σίγουρα απρόσφορη. Το σημαντικό για μένα δεν είναι η απόρριψη ή η άκριτη αποδοχή της τότε εργασίας του με τη βιολογική ενέργεια, ούτε αναγκαστικά η υιοθέτηση της ορολογίας που χρησιμοποιούσε. Το σημαντικό είναι η μετα-ανάγνωση του έργου του από την οποία προκύπτουν πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες:

  • Η έννοια της βιολογικής ενέργειας και των ενεργειακών φαινομένων του οργανισμού που σήμερα βρίσκει ερευνητικό υπόβαθρο εκτός από πλείστες όσες εφαρμογές στην ενεργειακή ιατρική και την γενική θεραπευτική.

Ενδεικτικά εδώ μπορούμε να αναφέρουμε την Ομοιοπαθητική ιατρική και τις εργασίες του νομπελίστα Luc Montagnier , του Jacques Benveniste και άλλων για τον τρόπο λειτουργίας του ομοιοπαθητικού φαρμάκου, τις εργασίες του Gurvitch και του Popp με τα βιοφωτόνια, το Ινστιτούτο Heart math για το ενεργειακό πεδίο της καρδιάς, τη διάγνωση μέσω βιοσυντονισμού και λοιπά.

  • Η έννοια του συνεχούς μεταξύ όλων των μορφών ζωής από το κύτταρο ως τον άνθρωπο. βάσει της οποίας αυτός επανασυνδέεται με τη φύση, εννοιολογική μετατόπιση που δεν είναι εφικτή όταν ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του διαφορετικό και ανωτέρο από τη φύση αλλοτριώνοντας τον εαυτό του από αυτήν
  • Η έννοια της ενότητας, της συστημικής σχέσης και της σύνδεσης της ανόργανης ζωής και του πλανήτη με την ενόργανη ζωή και τον άνθρωπο. Ο πλανήτης και το Σύμπαν περιγράφηκε από το Ραϊχ ως ένας τόπος γεμάτος ενέργεια και ζωή. Έννοιες που βρίσκονται πολύ κοντά στις πιο πρόσφατες οικολογικές απόψεις και κινήματα σύμφωνα με τα οποία η ύλη είναι ζωντανή και δεν ανήκει στη σφαίρα των αντικειμένων… Ο καθηγητής αστροφυσικής στο Παν/μιο Αθηνών Μάνος Δανέζης λέει χαρακτηριστικά «Ζούμε σε έναν ωκεανό ενέργειας που οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται ως υλικά αντικείμενα».

 

Τι μπορεί να κάνει η Ψυχοθεραπεία

Τίθεται ο προβληματισμός αν τα ευρήματα και οι πρακτικές της ψυχοθεραπείας στο εσωτερικό μιας κοινωνίας θα αποτελέσουν τη βάση για μια αναμόρφωση των κοινωνικών πρακτικών σε ευρεία κλίμακα ή αν θα παραμείνουν στην ιδιωτική σφαίρα για τους εκλεκτούς.

Οι γνώσεις της ψυχοθεραπείας για τον άνθρωπο έχουν να προσφέρουν καθοριστικές πληροφορίες για τη φύση του ανθρώπινου όντος, τη συμπεριφορά του, τον τρόπο που βιώνει τον εαυτό του. Και αυτές –λέγοντας το μαζί με το Ραϊχ- δεν πρέπει να μείνουν κτήμα των λίγων.

Η ψυχοθεραπεία αποσκοπεί σε μια εσωτερίκευση από το άτομο αρχών που ευνοούν τη ζωή και την ψυχική υγεία – όπως αυτή ορίζεται από τις ολοένα αυξανόμενες γνώσεις μας γύρω από την ανθρώπινη φύση- με την επίγνωση πάντα των ιδεολογικών επιρροών στην επιστημονική σκέψη και έρευνα. Με τον ίδιο τρόπο που στην κοινωνική δημοκρατία οι ευζωικές αρχές υιοθετούνται και τηρούνται και δεν επιβάλλονται έξωθεν όπως στα αυταρχικά καθεστώτα.

Η ουδετερότητα του ψυχοθεραπευτή, -προφανώς ουτοπική-, δεν μπορεί να αναφέρεται σε μια ιδεολογική ουδετερότητα απέναντι στα φαινόμενα της ζωής και της κοινωνίας αλλά στη στάση της μη κριτικής, της άνευ όρων αποδοχής, της ενσυναίσθησης του αναλυόμενου. Το ίδιο το ψυχοθεραπευτικό setting είναι ένας χώρος ηθικής πρακτικής όπου η πολιτική ή η θρησκευτική τοποθέτηση του θεραπευτή δεν εμποδίζουν τις ανώτερης τάξης ιδιότητές του όπως ο σεβασμός, η διαφάνεια, η τήρηση των κανόνων του συμβολαίου.

Σε μας, λοιπόν, το βάρος του ερωτήματος: Με ποιο τρόπο η πολύτιμη αυτή συσσωρευμένη γνώση και πρακτική μπορεί να τοποθετηθεί μέσα στις δραματικές συνθήκες της εποχής μας όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση πολύ πέρα από την ισορροπία και την ασφάλεια; Με ποιες νέες μορφές και με ποιο νέο βλέμμα πρέπει να πλεύσουμε σε αυτά τα άγνωστα νερά;

Σε έναν κόσμο γεμάτο με βρώμικους πολέμους και επικίνδυνες συναλλαγές, όπως η πρόσφατη αγορά της; Monsanto από την Bayer ή οι εμπορικές συμφωνίες της ΤΤΙΡ, με τις οποίες κινδυνεύει να αφαιρεθεί η πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως η τροφή, το νερό και η πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή, της ελευθερίας και του ευδαίμονος βίου, προϋποθέτει τη συμμετοχή του ανθρώπου στην πολιτική.

 

Ο Michel Foucault στο βιβλίο του «Για την υπεράσπιση της κοινωνίας. Εξουσία, γνώση και ηθική» λέει: «Η ερώτησή σας είναι γιατί ενδιαφέρομαι για την πολιτική; Αν ήθελα να σας απαντήσω απλά, θα σας έλεγα: γιατί να μην ενδιαφέρομαι; Με άλλα λόγια, ποια τυφλότητα, ποια κωφότητα, ποια πυκνότητα ιδεολογίας θα έπρεπε να βαραίνει πάνω μου, ώστε να με εμπόδιζε να ενδιαφέρομαι για το πιο κρίσιμο ίσως θέμα της ύπαρξής μας, δηλαδή, για την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε, τις οικονομικές σχέσεις μέσα στις οποίες λειτουργεί και το σύστημα της εξουσίας που ορίζει τους κοινωνικούς κανόνες, αυτά που αυτοί οι κανόνες επιτρέπουν και αυτά που απαγορεύουν αναφορικά με τη διαγωγή μας; Η ουσία της ζωής μας συνίσταται, σε τελική ανάλυση, στην πολιτική λειτουργία της κοινωνίας στην οποία βρισκόμαστε. Να μην ενδιαφέρεσαι για την πολιτική, νά τι αποτελεί το πρόβλημα!…»

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο φαίνεται να μην υπάρχει άλλη δυνατότητα από το να ασκήσουμε όλη τη δύναμη που κατέχουμε ο καθένας στον τομέα του προς όφελος της ύπαρξής μας και της συλλογικής ύπαρξης. Τι έχει να προσφέρει η ψυχοθεραπεία σε αυτήν την κατεύθυνση; Και πως;

Πιστεύω ότι πρέπει να δοθεί χώρος και χρόνος σε αυτό το ερώτημα από όλους τους ενδιαφερόμενους…

 

                                                                                                     Μαριλένα Κόμη

BSc. (Psychology-Philosophy-Pedagogy
Certified Psychotherapist in Body Psychotherapy and Gestalt, Trainer,
EMDR Traumatherapist, Certified Supervisor in Reichian Analysis
Accredited Member of PESOPS, EABP, NOPG, HAC
Member of the International Scientific Commitee for Body Psychotherapy (ISC)

 

                                                              Αθήνα 5/2021

 

[1] Αποσπάσματα από το άρθρο αυτό παρουσιάστηκαν σε ομιλία μου στο Ευρωπαίκό Συνέδριο Σωματικής Ψυχοθεραπείας πουδιοργάνωσε η ΕΑΒΡ το 2016 στην Αθήνα, στο panel με τίτλο «Ψυχοθεραπεία και Πολιτική» καθώς και στον Πρόλογο του βιβλίου της Antonella Messina “Nulla da temere,tanto dadesiderare: Prospettive reichiane sul mondo contemporaneo”  Lekton ed ,2021.

[2] Sex-pol : (Από την έκφραση Σεξουαλική Πολιτική) Μία σειρά από Συμβουλευτικούς Σταθμούς για τους νέους και όχι μόνο , γύρω από θέματα σεξουαλικής  προφύλαξης, ενημέρωσης ,αντισύλληψης κλπ., πρωτοποριακοί για την εποχή τους.

[3] Ας μου επιτραπεί μια διαφωτιστική παρένθεση. Συγκεκριμένα, μεταξύ 2010-2014 στην Ελλάδα της κρίσης, σύμφωνα με μια έρευνα του Χημικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών στα λύματα (από μονάδες βιολογικού καθαρισμού της Αθήνας) παρατηρήθηκε αύξηση κατά 35 φορές στα αντιψυχωτικά, 19 φορές στις βενζοδιαζεπίνες (ηρεμιστικά) και 11 φορές στα αντικαταθλιπτικά. Επίσης, 2 φορές στα αντιεπιληπτικά, 10 φορές στα αντι-υπερτασικά και κατά του έλκους. Επιπλέον, παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση σε παράνομες ουσίες (έκσταση, μεθαμφεταμίνες).

[4] Ιδεολογία: Θα την ορίσουμε εδώ ως ένα να σύνολο συνειδητών πεποιθήσεων που δομούνται πάνω σε μια ψευδή εικόνα του κόσμου που παραμένει ασυνείδητη.